|
Εγεννήθη
εις Πάτρας εκ πατρός Βορειοηπειρώτου. Απεφοίτησε
εκ της Νομικής
Σχολής του
Πανεπιστημίου
Αθηνών το
έτος 1943.
Ενυμφέφθη την Θεοδώρα Καρπέτα και απέκτησε τρία τέκνα την Ολυμπία, τον
Κων/νο και την Χρύσα. Το 1946
επεσκέφθη ως υπότροφος της UNRRA (United Nations Rehabilitation & Relief Administration)
αναμορφωτικά ιδρύματα Αγγλίας και
Αμερικής, ένθα παρέμεινεν επί διετίαν.
Το αυτό έτος ηχογράφησε εις Σικάγον
τον Παρακλητικό Κανόνα της Θεοτόκου, επί δίσκου γραμμοφώνου.
Ήσκησε δικηγορίαν από του 1948. Το έτος 1955 επρωτοστάτησε εις την
ίδρυση του «Συλλόγου Φίλων Βυζαντινής Μουσικής» εν Πάτραις, διατελέσας
πρώτος πρόεδρος αυτού.
Το
υμνογραφικόν έργον ήρχισεν επ’
ευκαιρία της εκ Ρώμης παλιννοστήσεως
της Τιμίας Κάρας του Πολιούχου των
Πατρέων Αποστόλου Ανδρέου του
Πρωτοκλήτου καθ' ην υπήρξε ο διεκπεραιτωτής της σχετικής αλληλογραφίας, του
Δήμου Πατρέων μετά του Βατικανού (βλέπε Ιστορικό Λεξικό των Πατρών Κ.
Τριανταφύλλου, Βραβείον Ακαδημίας Αθηνών). Το γεγονός τούτο
εγένετο αφορμή δια την σύνθεσιν της πρώτης του ασματικής ακολουθίας.
Έκτοτε
επεδόθη παρέργως μεν αλλά μετά ζήλου
και λίαν ευδοκίμως εις σύνθεσιν και
μελοποίησιν ύμνων, οίτινες φέρουν το
προσωπικόν ύφος του συνθέτου και
ευρίσκονται εις στάθμην κλασσικού
επιπέδου τόσον κατά το κείμενον της
ποιήσεως όσον και κατά το μέλος.
Οι ύμνοι
του διακρίνονται από παλμόν, έξαρσιν,
ευρηματικότητα και πρωτοτυπίαν.
Πλείσται εκ των ωδών
είναι τονισμέναι εις ήχον βαρύν εναρμόνιον μετά φθορών και παραχορδών.
Η έμπνευσις επεφοίτα κατά τας νυκτερινάς ώρας, όπου κατέγραφεν εν σπουδή
την χειμαρρώδη ποιητικήν του ροήν. Άλλοτε απεσύρετο εις την εξοχήν και
συνέθετε.
Ηγάπησε μετά πάθος την
βυζαντινή ψαλμωδίαν του Πατριαρχικού ύφους και υπήρξεν αυτοδίδακτος και
εγκρατής γνώστης της μουσικής.
Η επί
δεκαοκταετίαν
εκ μέρους του αδιάλειπτος
ακρόασις του Ν. Μαυροπούλου,
Δομεστίκου εν τω
Πατριαρχικώ
Ναώ και μαθητού του
Ιακώβου Ναυπλιώτου του
Μεγαλοπρεπούς, μεγάλως
συνέβαλεν εις το ψαλτικόν
ιδίωμα του Ηλίου
Μπογδανοπούλου.
Το 1973 ετιμήθη δια του οφφικίου του
Άρχοντος Υμνογράφου της Αγίας και
Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1978 εις
Λονδίνον. Το 1997
ετελέσθη φιλολογικόν μνημόσυνον αυτού
εις την Διακίδειον Σχολήν Λαού Πατρών.
Ευμενεστάτης
κριτικής
έτυχε το
υμνογραφικόν
έργον του
παρά
διακεκριμμένων
προσωπικοτήτων,
ιδιαιτέρως
δε παρά του Οικουμενικού
Πατριαρχείου, της
Ιεράς
Συνόδου της
Εκκλησίας
της Ελλάδος,
της Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής, του αειμνήστου
Αρχιεπισκόπου και πρώτου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κυρού Μακαρίου,
του μεγάλου Έλληνος ζωγράφου Φώτη Κόντογλου, του
διαπρεπούς
καθηγητού
Παναγιώτου
Τρεμπέλα, του αειμνήστου
Πρωτοψάλτου της Μ.τ.Χ.Ε. Κωνσταντίνου Πρίγγου, Αρχόντων και μεγάλων
ιεροψαλτών της Κωνσταντινουπόλεως και
άλλων.
Πολλούς
εκ των ύμνων
του
εξετέλεσαν
πολυμελείς
εκ
Θεσσαλονίκης
και Βόλου
χοροί εις
Ηρώδειον
Αθηνών και
το Αρχαίον
Ωδείον
Πατρών επ’
ευκαιρία
πανηγυρικών
εμφανίσεων,
διευθυνόμενοι
από
εξέχοντας
χοράρχας. Κατά την εν τω Ηρωδείω
συναυλίαν έργων του (197..) παρέστη και ωμίλησε ο τότε Μητροπολίτης
Δημητριάδος (και νυν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος) κ.κ.
Χριστόδουλος.
|